portrait

Niki Makarona

London, UK

Translate From: English (EN); English, UK (UE)

Translate To: Greek (EL)

1,921

Words Translated

79

Terms Translated

Niki’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

stdClass::__set_state(array( 'id' => '2696057', 'url' => 'EL/plain_sandwich', 'image' => '', 'title' => 'απλό σάντουιτς', 'tags' => array ( 0 => 'απλό σάντουιτς', 1 => 'Snack foods', 2 => 'Sandwiches', 3 => '', ), 'term' => 'απλό σάντουιτς', 'source_id' => 1166771, 'type' => 'term', 'namespace' => 1172, 'nstext' => 'EL', 'industry' => array ( 0 => 'Snack foods', ), 'category' => array ( 0 => 'Sandwiches', ), 'lastedit' => '20120508165502', 'part_of_speech' => 'noun', 'creation_user' => 'nim0327', 'special_term' => '', 'definition' => 'Σάντουιτς που αποτελείται από δυο φέτες ψωμιού, κατά προτίμηση με ψωμί μιας μέρας, φρυγανισμένο αν θέλετε, πάνω στο οποίο μπορεί να απλωθεί εύκολα βούτυρο. Τα ξεροκαμμένα κομμάτια μπορούν να αφαιρεθούν, ανάλογα με τις προτιμήσεις σας. Βούτυρο, μαγιονέζα ή έτοιμη σάλτσα για σάντουιτς μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν εξωτερική προστασία για να μην απορροφήσει το ψωμί την υγρασία από τη γέμιση. Εκτός από το οτι εμποδίζει το ψωμί να μουσκέψει, η σάλτσα προσθέτει γεύση και θρεπτικά συστατικά. Επιπλέον, εξασφαλίζει οτι το ψωμί και η γέμιση θα μείνουν κολλημένα μαζί.', 'usage_comment' => '', 'glossary' => '', 'width' => 0, 'height' => 0, '_version_' => 1503609570588622850, 'nstext_full' => 'Greek (EL)', 's_attr' => stdClass::__set_state(array( 'Term' => 'plain sandwich', 'Definition' => 'A sandwich made up of two slices of bread, preferably a day-old bread, toasted if desired, and on which butter can be readily spread. Its crusts may or may not be removed, depending upon your preference. Butter, mayonnaise or a prepared sandwich spread may be used as lining to prevent the bread from absorbing moisture from the filling. Besides preventing the bread from becoming soggy, the spread also adds flavor and nutrients. Moreover, it ensures that the bread and the filling will stick together.', 'Part of Speech' => 'noun', 'Usage Status' => 'New', 'Industry' => 'Snack foods', 'Product Category' => 'Sandwiches', 'Creation User' => 'cutecee12', 'Creation Date' => '2011/4/28', 'Source Lang' => '1180', )), 's_namespace_text' => 'EN', 's_namespace_text_full' => 'English (EN)', 's_title' => 'plain_sandwich', ))

English (EN)plain sandwich

A sandwich made up of two slices of bread, preferably a day-old bread, toasted if desired, and on which butter can be readily spread. Its crusts may or may not be removed, depending upon your preference. Butter, mayonnaise or a prepared sandwich spread may be ...

Greek (EL)απλό σάντουιτς

Σάντουιτς που αποτελείται από δυο φέτες ψωμιού, κατά προτίμηση με ψωμί μιας μέρας, φρυγανισμένο αν θέλετε, πάνω στο οποίο μπορεί να απλωθεί εύκολα βούτυρο. Τα ξεροκαμμένα κομμάτια μπορούν να αφαιρεθούν, ανάλογα με τις προτιμήσεις σας. Βούτυρο, μαγιονέζα ή ...

Snack foods; Sandwiches
stdClass::__set_state(array( 'id' => '2250428', 'url' => 'EL/lip_liner', 'image' => '', 'title' => 'lip liner', 'tags' => array ( 0 => 'lip liner', 1 => 'Cosmetics & skin care', 2 => 'Cosmetics', 3 => 'LOreal', 4 => 'L\'Oreal Crayon Petite Lip Liner', 5 => '', ), 'term' => 'lip liner', 'source_id' => 1202338, 'type' => 'term', 'namespace' => 1172, 'nstext' => 'EL', 'industry' => array ( 0 => 'Cosmetics & skin care', ), 'category' => array ( 0 => 'Cosmetics', ), 'company' => array ( 0 => 'LOreal', ), 'product' => array ( 0 => 'L\'Oreal Crayon Petite Lip Liner', ), 'lastedit' => '20120401125507', 'part_of_speech' => 'noun', 'creation_user' => 'nim0327', 'special_term' => '', 'definition' => 'Επίσης ονομάζεται και μολύβι χειλιών, ένα καλλυντικό εργαλείο για σχηματισμό των χειλιών. Συνήθως γέμιζε ανομοιόμορφες περιοχές στις εξωτερικές άκρες των χειλιών μετ΄την εφαρμογή του κραγιόν, και για περίγραμμα των χειλιών, διατηρώντας το κραγιόν στην περιοχή των χειλιών.', 'usage_comment' => '', 'glossary' => '', 'width' => 0, 'height' => 0, '_version_' => 1503607413901623298, 'nstext_full' => 'Greek (EL)', 's_attr' => stdClass::__set_state(array( 'Term' => 'lip liner', 'Company' => 'LOreal', 'Definition' => 'Also called lip pencil, a cosmetic tool to shape the lips. It used to fill uneven areas on the outer edges of the lips after applying lipstick, and also used to outline the lips, keeping lipstick inside the lip area.', 'Industry' => 'Cosmetics & skin care', 'Part of Speech' => 'noun', 'Product' => 'L\'Oreal Crayon Petite Lip Liner', 'Product Category' => 'Cosmetics', 'Usage Status' => 'New', 'Synonym' => '', 'Creation User' => 'santi kwan', 'Creation Date' => '2011/5/5', 'Source Lang' => '1180', )), 's_namespace_text' => 'EN', 's_namespace_text_full' => 'English (EN)', 's_title' => 'lip_liner', ))

English (EN)lip liner

Also called lip pencil, a cosmetic tool to shape the lips. It used to fill uneven areas on the outer edges of the lips after applying lipstick, and also used to outline the lips, keeping lipstick inside the lip area.

Greek (EL)lip liner

Επίσης ονομάζεται και μολύβι χειλιών, ένα καλλυντικό εργαλείο για σχηματισμό των χειλιών. Συνήθως γέμιζε ανομοιόμορφες περιοχές στις εξωτερικές άκρες των χειλιών μετ΄την εφαρμογή του κραγιόν, και για περίγραμμα των χειλιών, διατηρώντας το κραγιόν στην ...

Cosmetics & skin care; Cosmetics
stdClass::__set_state(array( 'id' => '2249994', 'url' => 'EL/eyebrow_pencil', 'image' => '', 'title' => 'μολύβι φρυδιών', 'tags' => array ( 0 => 'μολύβι φρυδιών', 1 => 'Cosmetics & skin care', 2 => 'Cosmetics', 3 => 'LOreal', 4 => 'L\'Oreal Brow Stylist Custom Brow Shaping Pencils', 5 => '', ), 'term' => 'μολύβι φρυδιών', 'source_id' => 1202334, 'type' => 'term', 'namespace' => 1172, 'nstext' => 'EL', 'industry' => array ( 0 => 'Cosmetics & skin care', ), 'category' => array ( 0 => 'Cosmetics', ), 'company' => array ( 0 => 'LOreal', ), 'product' => array ( 0 => 'L\'Oreal Brow Stylist Custom Brow Shaping Pencils', ), 'lastedit' => '20120401120006', 'part_of_speech' => 'noun', 'creation_user' => 'nim0327', 'special_term' => '', 'definition' => 'Καλλυντικό σε μορφή μολυβιού που χρησιμοποιείται για να σκουραίνει τα φρύδια.', 'usage_comment' => '', 'glossary' => '', 'width' => 0, 'height' => 0, '_version_' => 1503607409579393026, 'nstext_full' => 'Greek (EL)', 's_attr' => stdClass::__set_state(array( 'Term' => 'eyebrow pencil', 'Company' => 'LOreal', 'Definition' => 'A cosmetic in pencil form that is used to darken the eyebrow hairs.', 'Industry' => 'Cosmetics & skin care', 'Part of Speech' => 'noun', 'Product' => 'L\'Oreal Brow Stylist Custom Brow Shaping Pencils', 'Product Category' => 'Cosmetics', 'Usage Status' => 'New', 'Synonym' => '', 'Creation User' => 'santi kwan', 'Creation Date' => '2011/5/5', 'Source Lang' => '1180', )), 's_namespace_text' => 'EN', 's_namespace_text_full' => 'English (EN)', 's_title' => 'eyebrow_pencil', ))

English (EN)eyebrow pencil

A cosmetic in pencil form that is used to darken the eyebrow hairs.

Greek (EL)μολύβι φρυδιών

Καλλυντικό σε μορφή μολυβιού που χρησιμοποιείται για να σκουραίνει τα φρύδια.

Cosmetics & skin care; Cosmetics
stdClass::__set_state(array( 'id' => '2250423', 'url' => 'EL/eye_liner', 'image' => '', 'title' => 'eye liner', 'tags' => array ( 0 => 'eye liner', 1 => 'Cosmetics & skin care', 2 => 'Cosmetics', 3 => '', ), 'term' => 'eye liner', 'source_id' => 1808315, 'type' => 'term', 'namespace' => 1172, 'nstext' => 'EL', 'industry' => array ( 0 => 'Cosmetics & skin care', ), 'category' => array ( 0 => 'Cosmetics', ), 'lastedit' => '20120401125502', 'part_of_speech' => 'noun', 'creation_user' => 'nim0327', 'special_term' => '', 'definition' => 'Καλλυντικό που χρησιμοποείται για να δώσει σχήμα στα μάτια. Εφαρμόζεται γύρω από το περίγραμμα των ματιών. κατα μήκος και πάνω από τις άκρες των βλρφάρων όπου βρίσκονται οι βλεφαρίδες. Συχνά εφαρμόζεται μόνο στο εξωτερικό μισό του ματιού.', 'usage_comment' => '', 'glossary' => '', 'width' => 0, 'height' => 0, '_version_' => 1503607413900574721, 'nstext_full' => 'Greek (EL)', 's_attr' => stdClass::__set_state(array( 'Term' => 'eye liner', 'Definition' => 'A cosmetic used to define the eyes. It is applied around the contours of the eye, along and above the edges of the eyelids where the eyelashes grow. Often applied just on the outer half of the eye.', 'Part of Speech' => 'noun', 'Usage Status' => 'New', 'Industry' => 'Cosmetics & skin care', 'Product Category' => 'Cosmetics', 'Creation User' => 'april30', 'Creation Date' => '2011/12/1', 'Source Lang' => '1180', )), 's_namespace_text' => 'EN', 's_namespace_text_full' => 'English (EN)', 's_title' => 'eye_liner', ))

English (EN)eye liner

A cosmetic used to define the eyes. It is applied around the contours of the eye, along and above the edges of the eyelids where the eyelashes grow. Often applied just on the outer half of the eye.

Greek (EL)eye liner

Καλλυντικό που χρησιμοποείται για να δώσει σχήμα στα μάτια. Εφαρμόζεται γύρω από το περίγραμμα των ματιών. κατα μήκος και πάνω από τις άκρες των βλρφάρων όπου βρίσκονται οι βλεφαρίδες. Συχνά εφαρμόζεται μόνο στο εξωτερικό μισό του ...

Cosmetics & skin care; Cosmetics
stdClass::__set_state(array( 'id' => '2250343', 'url' => 'EL/nail_polish_₁', 'image' => '', 'title' => 'βερνίκι νυχιών', 'tags' => array ( 0 => 'βερνίκι νυχιών', 1 => 'Cosmetics & skin care', 2 => 'Cosmetics', 3 => '', ), 'term' => 'βερνίκι νυχιών', 'source_id' => 1808402, 'type' => 'term', 'namespace' => 1172, 'nstext' => 'EL', 'industry' => array ( 0 => 'Cosmetics & skin care', ), 'category' => array ( 0 => 'Cosmetics', ), 'lastedit' => '20120401124504', 'part_of_speech' => 'noun', 'creation_user' => 'nim0327', 'special_term' => '', 'definition' => 'Λούστρο που εφαρμόζεται στα ανθρώπινα νύχια των χεριών και των ποδιών για να στολίζουν και/ή να προστατεύουν το νύχι.', 'usage_comment' => '', 'glossary' => '', 'width' => 0, 'height' => 0, '_version_' => 1503607413424521217, 'nstext_full' => 'Greek (EL)', 's_attr' => stdClass::__set_state(array( 'Term' => 'nail polish', 'Definition' => 'A lacquer applied to human fingernails or toenails to decorate and/or protect the nail plate.', 'Industry' => 'Cosmetics & skin care', 'Part of Speech' => 'noun', 'Product Category' => 'Cosmetics', 'Usage Status' => 'New', 'Synonym' => '', 'Creation User' => 'april30', 'Creation Date' => '2011/12/2', 'Source Lang' => '1180', )), 's_namespace_text' => 'EN', 's_namespace_text_full' => 'English (EN)', 's_title' => 'nail_polish_₁', ))

English (EN)nail polish

A lacquer applied to human fingernails or toenails to decorate and/or protect the nail plate.

Greek (EL)βερνίκι νυχιών

Λούστρο που εφαρμόζεται στα ανθρώπινα νύχια των χεριών και των ποδιών για να στολίζουν και/ή να προστατεύουν το νύχι.

Cosmetics & skin care; Cosmetics
stdClass::__set_state(array( 'id' => '3309203', 'url' => 'EL/epilogue_₁', 'image' => '', 'title' => 'επίλογος', 'tags' => array ( 0 => 'επίλογος', 1 => 'Performing arts', 2 => 'Theatre', 3 => '', ), 'term' => 'επίλογος', 'source_id' => 361410, 'type' => 'term', 'namespace' => 1172, 'nstext' => 'EL', 'industry' => array ( 0 => 'Performing arts', ), 'category' => array ( 0 => 'Theatre', ), 'lastedit' => '20120702145003', 'part_of_speech' => 'noun', 'creation_user' => 'nim0327', 'special_term' => '', 'definition' => 'Βλέπε, Πρόλογος. Είναι ένας περιληπτικός λόγος, που γίνεται στο τέλος του έργου, ο οποίος εξηγεί ή σχολιάζει την πράξη. Ούτε ο επίλογος ούτε ο πρόλογος χρησιμοποιούνται πολύ στα θέατρα σήμερα.', 'usage_comment' => '', 'glossary' => '', 'width' => 0, 'height' => 0, '_version_' => 1503612431969026050, 'nstext_full' => 'Greek (EL)', 's_attr' => stdClass::__set_state(array( 'Term' => 'epilogue', 'Definition' => 'See, Prologue. This is a summary speech, delivered at the end of the play, which explains or comments upon the action. Neither epilogues or prologues are used much in today\'s theatre.', 'Part of Speech' => 'noun', 'Domain' => 'Documentation', 'Usage Status' => 'New', 'Industry' => 'Performing arts', 'Product Category' => 'Theatre', 'Creation User' => 'JenWales', 'Creation Date' => '2010/10/10', 'Source Lang' => '1180', )), 's_namespace_text' => 'EN', 's_namespace_text_full' => 'English (EN)', 's_title' => 'epilogue_₁', ))

English (EN)epilogue

See, Prologue. This is a summary speech, delivered at the end of the play, which explains or comments upon the action. Neither epilogues or prologues are used much in today's theatre.

Greek (EL)επίλογος

Βλέπε, Πρόλογος. Είναι ένας περιληπτικός λόγος, που γίνεται στο τέλος του έργου, ο οποίος εξηγεί ή σχολιάζει την πράξη. Ούτε ο επίλογος ούτε ο πρόλογος χρησιμοποιούνται πολύ στα θέατρα ...

Performing arts; Theatre
stdClass::__set_state(array( 'id' => '2696241', 'url' => 'EL/nightmare', 'image' => '', 'title' => 'εφιάλτης', 'tags' => array ( 0 => 'εφιάλτης', 1 => 'Psychology', 2 => 'Psychiatry', 3 => '', ), 'term' => 'εφιάλτης', 'source_id' => 491262, 'type' => 'term', 'namespace' => 1172, 'nstext' => 'EL', 'industry' => array ( 0 => 'Psychology', ), 'category' => array ( 0 => 'Psychiatry', ), 'lastedit' => '20120508172002', 'part_of_speech' => 'noun', 'creation_user' => 'nim0327', 'special_term' => '', 'definition' => 'Ένα όνειρο που μπορεί να προκαλέσει έντονη αρνητική συναισθηματική αντίδραση του ατόμου που κοιμάται, συνήθως φόβο και/ή τρόμο', 'usage_comment' => '', 'glossary' => '', 'width' => 0, 'height' => 0, '_version_' => 1503609571246080000, 'nstext_full' => 'Greek (EL)', 's_attr' => stdClass::__set_state(array( 'Term' => 'nightmare', 'Definition' => 'A dream that can cause a strong negative emotional response from the sleeper, typically fear and/or horror', 'Domain' => 'Documentation', 'Industry' => 'Psychology', 'Part of Speech' => 'noun', 'Product Category' => 'Psychiatry', 'Usage Status' => 'New', 'Creation User' => 'Tina', 'Creation Date' => '2010/11/30', 'Source Lang' => '1180', )), 's_namespace_text' => 'EN', 's_namespace_text_full' => 'English (EN)', 's_title' => 'nightmare', ))

English (EN)nightmare

A dream that can cause a strong negative emotional response from the sleeper, typically fear and/or horror

Greek (EL)εφιάλτης

Ένα όνειρο που μπορεί να προκαλέσει έντονη αρνητική συναισθηματική αντίδραση του ατόμου που κοιμάται, συνήθως φόβο και/ή τρόμο

Psychology; Psychiatry
stdClass::__set_state(array( 'id' => '2696544', 'url' => 'EL/mania_₂', 'image' => '', 'title' => 'μανία', 'tags' => array ( 0 => 'μανία', 1 => 'Psychology', 2 => 'Psychiatry', 3 => '', ), 'term' => 'μανία', 'source_id' => 491282, 'type' => 'term', 'namespace' => 1172, 'nstext' => 'EL', 'industry' => array ( 0 => 'Psychology', ), 'category' => array ( 0 => 'Psychiatry', ), 'lastedit' => '20120508180004', 'part_of_speech' => 'noun', 'creation_user' => 'nim0327', 'special_term' => '', 'definition' => 'Μια κατάσταση ασυνήθιστα ανεβασμένης ή ευερέθιστης διάθεσης, διέγερσης και/ή επιπέδων ενέργειας', 'usage_comment' => '', 'glossary' => '', 'width' => 0, 'height' => 0, '_version_' => 1503609572579868673, 'nstext_full' => 'Greek (EL)', 's_attr' => stdClass::__set_state(array( 'Term' => 'mania', 'Definition' => 'A state of abnormally elevated or irritable mood, arousal, and/ or energy levels', 'Domain' => 'Documentation', 'Industry' => 'Psychology', 'Part of Speech' => 'noun', 'Product Category' => 'Psychiatry', 'Usage Status' => 'New', 'Creation User' => 'Tina', 'Creation Date' => '2010/11/30', 'Source Lang' => '1180', )), 's_namespace_text' => 'EN', 's_namespace_text_full' => 'English (EN)', 's_title' => 'mania_₂', ))

English (EN)mania

A state of abnormally elevated or irritable mood, arousal, and/ or energy levels

Greek (EL)μανία

Μια κατάσταση ασυνήθιστα ανεβασμένης ή ευερέθιστης διάθεσης, διέγερσης και/ή επιπέδων ενέργειας

Psychology; Psychiatry
stdClass::__set_state(array( 'id' => '2251017', 'url' => 'EL/skin_whitening', 'image' => '', 'title' => 'λεύκανση δέρματος', 'tags' => array ( 0 => 'λεύκανση δέρματος', 1 => 'Cosmetics & skin care', 2 => 'Cosmetics', 3 => '', ), 'term' => 'λεύκανση δέρματος', 'source_id' => 1808405, 'type' => 'term', 'namespace' => 1172, 'nstext' => 'EL', 'industry' => array ( 0 => 'Cosmetics & skin care', ), 'category' => array ( 0 => 'Cosmetics', ), 'lastedit' => '20120401141003', 'part_of_speech' => 'noun', 'creation_user' => 'nim0327', 'special_term' => '', 'definition' => 'Η χρήση χημικών ουσιών στην προσπάθεια για άνοιγμα του τόνου του δέρματος ή για ομοιόμορφη επιδερμίδα μειώνοντας τη συγκέντρωση της μελανίνης.', 'usage_comment' => '', 'glossary' => '', 'width' => 0, 'height' => 0, '_version_' => 1503607416380456961, 'nstext_full' => 'Greek (EL)', 's_attr' => stdClass::__set_state(array( 'Term' => 'skin whitening', 'Definition' => 'The practice of using chemical substances in an attempt to lighten skin tone or provide an even skin complexion by lessening the concentration of melanin.', 'Industry' => 'Cosmetics & skin care', 'Part of Speech' => 'noun', 'Product Category' => 'Cosmetics', 'Usage Status' => 'New', 'Synonym' => '', 'Creation User' => 'april30', 'Creation Date' => '2011/12/2', 'Source Lang' => '1180', )), 's_namespace_text' => 'EN', 's_namespace_text_full' => 'English (EN)', 's_title' => 'skin_whitening', ))

English (EN)skin whitening

The practice of using chemical substances in an attempt to lighten skin tone or provide an even skin complexion by lessening the concentration of melanin.

Greek (EL)λεύκανση δέρματος

Η χρήση χημικών ουσιών στην προσπάθεια για άνοιγμα του τόνου του δέρματος ή για ομοιόμορφη επιδερμίδα μειώνοντας τη συγκέντρωση της μελανίνης. ...

Cosmetics & skin care; Cosmetics
stdClass::__set_state(array( 'id' => '3309227', 'url' => 'EL/stage_₆', 'image' => '', 'title' => 'σκηνή', 'tags' => array ( 0 => 'σκηνή', 1 => 'Performing arts', 2 => 'Theatre', 3 => '', ), 'term' => 'σκηνή', 'source_id' => 361430, 'type' => 'term', 'namespace' => 1172, 'nstext' => 'EL', 'industry' => array ( 0 => 'Performing arts', ), 'category' => array ( 0 => 'Theatre', ), 'lastedit' => '20120702145504', 'part_of_speech' => 'noun', 'creation_user' => 'nim0327', 'special_term' => '', 'definition' => 'Ο χώρος σε ένα θέατρο όπου διαδραματίζεται το έργο. Παραδοσιακά μια υπερηψωμένη πλατφόρμα, αν και μπορεί να είναι σε επίπεδο κάτω από το κοινό, όπως στα κυκλικά θέατρα.', 'usage_comment' => '', 'glossary' => '', 'width' => 0, 'height' => 0, '_version_' => 1503612431974268929, 'nstext_full' => 'Greek (EL)', 's_attr' => stdClass::__set_state(array( 'Term' => 'stage', 'Definition' => 'The area in a theatre upon which the play is performed. Traditionally a raised platform, but stages can also be at a level below a surrounding audience, as in theatres in the round.', 'Part of Speech' => 'noun', 'Domain' => 'Documentation', 'Usage Status' => 'New', 'Industry' => 'Performing arts', 'Product Category' => 'Theatre', 'Creation User' => 'JenWales', 'Creation Date' => '2010/10/10', 'Source Lang' => '1180', )), 's_namespace_text' => 'EN', 's_namespace_text_full' => 'English (EN)', 's_title' => 'stage_₆', ))

English (EN)stage

The area in a theatre upon which the play is performed. Traditionally a raised platform, but stages can also be at a level below a surrounding audience, as in theatres in the round.

Greek (EL)σκηνή

Ο χώρος σε ένα θέατρο όπου διαδραματίζεται το έργο. Παραδοσιακά μια υπερηψωμένη πλατφόρμα, αν και μπορεί να είναι σε επίπεδο κάτω από το κοινό, όπως στα κυκλικά ...

Performing arts; Theatre